Με φωνή που θα σκέπαζε και τον πιο δυνατό παφλασμό της θάλασσας ακούγονταν οι διαμαρτυρίες για τα δικαιώματα συμβολαίων και τις προμήθειες, που αργότερα μετατράπηκαν σε καταγγελίες και, λίγο πριν πέσει η αυλαία της πράξης, σε απειλές.
Η πένα του Ανασφάλιστου πήρε φόρα και ούτε που σκοντάφτει καθόλου για να βάλει κάποιο ποίκιλμα σαν κι αυτά που βάζουν οι έμποροι.
Δύο τοις εκατό ποσοστό αν σου κόψει κανείς από τις προμήθειες που βγάζει, όταν έχεις δώσει «όρκο» πίστης, πόσο ικανό μπορεί να είναι για να σε κάνει να περιφρονήσεις τα «πατρικά» σχέδια; Να σωπάσουν οι φωνές σου που κάλυπταν ό,τι υπήρχε γύρω και οι εκφράσεις που ενσάρκωναν την επιτομή της πίστης, της αποφασιστικότητας για τη νίκη.
Ένα αδιόρατο χρώμα απλώνεται σε μερικά πρόσωπα που ο Ανασφάλιστος πολύ θα ήθελε να διακρίνει, αλλά ακόμα δεν μπορεί.
Τείνουν ακόμα την χείρα τους κάποιοι και προσδοκούν αυτά που τους ονόμασαν κεκτημένα. Ζαλισμένοι, ταγμένοι υπέρ των μαχών, κατασκήνωσαν σε οροπέδια και περιμένουν το πυρ που δεν έρχεται κι ούτε πρόκειται να έρθει.
Ευαρεστηθείτε, είναι καλό να μαθαίνεις και να έχεις τη δύναμη να βλέπεις μπροστά σου, πιστεύει ο Ανασφάλιστος.












