Το εντυπωσιακό με τους φίλους μας είναι η σχεδόν δαιμονική τους επιμονή να αβγατίζουν τις περιουσίες τους και τη φήμη τους μαζί με τις γνώσεις τους. Έτσι συνηθίζουν να κάνουν.
Αλλά πώς αβγατίζουν τις περιουσίες και τη φήμη τους με τις γνώσεις;
Με τον γνωστό κοινότοπο τρόπο που μετρά στην Ελλάδα και γεννιέται κάτω από τα χέρια μας. Γίνονται μελοδραματικοί, γίνονται θερμά συναισθηματικοί, μεταμφιέζονται σε όντα κοινωνικά, τσιμπάνε από τον αφρό όταν βράζει το νερό. Παίρνουν ύφος και παριστάνουν τους μεγάλους άνδρες. Αναπαριστάνουν το ανθρώπινο χωρίς να συμμετέχουν σε αυτό.
Ω, τι ωραία.
Αυξάνουν το ενεργητικό των χαρτοφυλακίων τους, τεράστιες περιουσίες μπορεί να γίνουν. Ω, τι ωραία. Γίνονται δυνατοί. Έχουν γνώση πώς να το επιτύχουν. Θέλουν και να τη μεταφέρουν σε εμάς.
Συμβαίνει όμως, ξέρετε, καμιά φορά να βρίσκονται ως ομιλητές κάπου, κι εκεί, από το βήμα, να συλλαμβάνουν τον εαυτό τους να παρατηρεί ανθρώπους που έχουν έρθει για να τους ακούσουν, να ρίχνουν διαγώνιες ματιές στο κοινό τους, προσπαθώντας να απαντήσουν στο ερώτημα: «Ποιος από όλους ήλθε για εμένα, ποιου τα χειροκροτήματα αγγίζουν πραγματικά τι λέω; Με ποιους από όλους έχω έναν ιδεώδη δεσμό;».
Ο Ανασφάλιστος έχει να πει σήμερα ότι είναι παράλογο να λες ότι ενδιαφέρεσαι για τους ανθρώπους και να προσπαθείς με κάθε τρόπο να τους τραβήξεις προς το μέρος σου, να τους δελεάσεις, αβγαταίνοντας περιουσίες.













