Μια ασφαλιστική αγορά με ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη, υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια αλλά και έντονη συγκέντρωση αποτυπώνεται στην Ετήσια Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζα της Ελλάδος, σκιαγραφώντας την πορεία και τις ισορροπίες του κλάδου έως το τρίτο τρίμηνο του 2025.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2025 δραστηριοποιούνταν στην ελληνική αγορά ιδιωτικής ασφάλισης 34 ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Από αυτές, δύο δραστηριοποιούνται αποκλειστικά στις ασφαλίσεις ζωής, δεκαεννέα στις ασφαλίσεις κατά ζημιών, ενώ δεκατρείς ασκούν ταυτόχρονα δραστηριότητες και στους δύο κλάδους. Η συντριπτική πλειονότητα, 31 εταιρείες, λειτουργεί υπό το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο της Solvency II, με τρεις μικρότερες να εξαιρούνται από μέρος των απαιτήσεων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διασύνδεση της ελληνικής αγοράς με την ευρωπαϊκή. Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της EIOPA, συνολικά 186 ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα είτε μέσω υποκαταστημάτων είτε μέσω ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Το αποτύπωμά τους είναι ισχυρό, καθώς καλύπτουν περίπου το 23% της συνολικής παραγωγής της αγοράς. Την ίδια στιγμή, οκτώ ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν επεκτείνει τη δραστηριότητά τους στο εξωτερικό, αξιοποιώντας τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά καθεστώτα.
Η εικόνα της αγοράς χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης. Λίγες μεγάλες εταιρείες διατηρούν κυρίαρχη θέση, ιδιαίτερα στον κλάδο των ασφαλίσεων ζωής και στις μικτές δραστηριότητες, όπου οι πέντε μεγαλύτερες επιχειρήσεις συγκεντρώνουν το 87% της αγοράς σε όρους τεχνικών προβλέψεων. Στις ασφαλίσεις κατά ζημιών, το μερίδιο των πέντε μεγαλύτερων διαμορφώνεται στο 61%, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική επιρροή των μεγάλων σχημάτων.
Σε επίπεδο παραγωγής, το εννεάμηνο Ιανουαρίου–Σεπτεμβρίου 2025 οι ασφαλίσεις ζωής κατέγραψαν ήπια άνοδο, με τα ακαθάριστα εγγεγραμμένα ασφάλιστρα να φθάνουν τα 2,1 δισ. ευρώ. Σχεδόν το ήμισυ αυτών αφορά προϊόντα συνδεδεμένα με επενδύσεις, γεγονός που αναδεικνύει τη σταδιακή στροφή των ασφαλιστικών εταιρειών προς επενδυτικού χαρακτήρα λύσεις. Αντίθετα, πιο δυναμική είναι η εικόνα στις ασφαλίσεις κατά ζημιών, όπου η παραγωγή αυξήθηκε κατά 11%, με βασικούς μοχλούς τις ασφαλίσεις αστικής ευθύνης οχημάτων, πυρός και υγείας.
Οι αποζημιώσεις ακολούθησαν διαφοροποιημένη πορεία. Στις ασφαλίσεις ζωής καταγράφηκε οριακή μείωση, ενώ στις ασφαλίσεις κατά ζημιών σημειώθηκε αύξηση, αντανακλώντας τόσο την ενίσχυση της παραγωγής όσο και την αυξημένη έκθεση σε κινδύνους. Παράλληλα, οι βασικοί λειτουργικοί δείκτες της αγοράς, όπως ο δείκτης ζημιών και ο δείκτης εξόδων, παρέμειναν σταθεροί, στοιχείο που υποδηλώνει συγκρατημένη διαχείριση κόστους και κινδύνων.
Το σύνολο του ενεργητικού των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος ανήλθε σε 21,8 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση σε σχέση με το τέλος του 2024. Σημαντικό μέρος των τοποθετήσεων αφορά κρατικά και εταιρικά ομόλογα, ενώ αξιοσημείωτη είναι και η συμμετοχή επενδύσεων που συνδέονται με ασφαλιστικά προϊόντα στα οποία τον επενδυτικό κίνδυνο φέρουν οι ασφαλισμένοι. Η ποιότητα του χαρτοφυλακίου παραμένει υψηλή, με τη συντριπτική πλειονότητα των ομολόγων να διαθέτει επαρκή πιστοληπτική διαβάθμιση.
Σε ό,τι αφορά τη φερεγγυότητα, η εικόνα του κλάδου είναι ιδιαίτερα ισχυρή. Τα ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν σημαντικά, φθάνοντας τα 4,2 δισ. ευρώ, ενώ όλες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις διατηρούν δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας πάνω από τα ελάχιστα εποπτικά όρια. Η ποιότητα των κεφαλαίων είναι επίσης υψηλή, καθώς το μεγαλύτερο ποσοστό τους κατατάσσεται στην ανώτερη βαθμίδα.
Συνολικά, τα στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος αναδεικνύουν μια αγορά ανθεκτική και κεφαλαιακά θωρακισμένη, η οποία όμως παραμένει έντονα συγκεντρωμένη και σταδιακά μετασχηματίζεται, με αυξανόμενη έμφαση στα επενδυτικά προϊόντα και στη διαφοροποίηση των ασφαλιστικών υπηρεσιών.













