Μια μεγάλη επιχείρηση μπορεί να χρειάζεται ασφαλιστική κάλυψη εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μία ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να αναλάβει μόνη της το σύνολο του κινδύνου. Η Capacity καθορίζει τη δυνατότητα ανάληψης ασφαλιστικών κινδύνων και εξηγεί πώς διαμορφώνεται η συνολική ασφαλιστική δυνατότητα της αγοράς.
Μια μεγάλη βιομηχανική εγκατάσταση έχει ασφαλιζόμενη αξία 500 εκατ. ευρώ. Οι ιδιοκτήτες της αναζητούν ασφαλιστική κάλυψη για τις κτιριακές εγκαταστάσεις, τον μηχανολογικό εξοπλισμό, τις πιθανές ζημιές από πυρκαγιά, αλλά και την οικονομική απώλεια που θα μπορούσε να προκαλέσει μια διακοπή εργασιών.
Μπορεί μία ασφαλιστική εταιρεία να αναλάβει μόνη της ολόκληρο τον κίνδυνο;
Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το ύψος των ασφαλίστρων ή τους όρους ενός συμβολαίου. Αφορά πρωτίστως τη διαθέσιμη Capacity, δηλαδή τη δυνατότητα ανάληψης του συγκεκριμένου κινδύνου.
Τι σημαίνει Capacity;
Στην ασφαλιστική αγορά, Capacity (ασφαλιστική δυνατότητα ανάληψης κινδύνου) είναι το μέγιστο ύψος ασφαλιστικής έκθεσης που μπορεί να αναλάβει ένας ασφαλιστής ή μια ομάδα ασφαλιστών για έναν συγκεκριμένο κίνδυνο ή κατηγορία κινδύνων.
Η δυνατότητα αυτή καθορίζεται από την κεφαλαιακή επάρκεια της εταιρείας, τα όρια ανάληψης κινδύνων (Underwriting Limits), την πολιτική διαχείρισης του χαρτοφυλακίου της και την αντασφαλιστική προστασία που διαθέτει.
Η Capacity μπορεί να εκφράζεται ως ανώτατο όριο κάλυψης ανά κίνδυνο, ως ποσοστό συμμετοχής σε ένα ασφαλιστήριο ή ως συνολική δυνατότητα ανάληψης κινδύνων σε έναν ασφαλιστικό κλάδο.
Δεν ταυτίζεται με τα ίδια κεφάλαια μιας ασφαλιστικής εταιρείας ούτε με τη ρευστότητά της. Αφορά τη δυνατότητά της να αναλαμβάνει ασφαλιστικές υποχρεώσεις εντός των ορίων που επιτρέπουν η οικονομική της θέση, η διαχείριση των κινδύνων της και η αντασφαλιστική της υποστήριξη.
Με απλά λόγια, Capacity είναι το διαθέσιμο ασφαλιστικό όριο που μπορεί να προσφέρει η αγορά για την ανάληψη ενός συγκεκριμένου κινδύνου.
Όταν ο κίνδυνος ξεπερνά τις δυνατότητες ενός ασφαλιστή
Ας επιστρέψουμε στο παράδειγμα της βιομηχανικής εγκατάστασης των 500 εκατ. ευρώ.
Ας υποθέσουμε ότι μία ασφαλιστική εταιρεία έχει τη δυνατότητα να αναλάβει για τον συγκεκριμένο κίνδυνο έκθεση έως 100 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με τα όρια ανάληψης και την αντασφαλιστική της υποστήριξη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιχείρηση δεν μπορεί να ασφαλιστεί για το σύνολο της αξίας της. Σημαίνει ότι θα πρέπει να αναζητηθεί μια ευρύτερη ασφαλιστική δομή.
Μία δυνατότητα είναι το Co-insurance (συνασφάλιση). Περισσότερες ασφαλιστικές εταιρείες συμμετέχουν στο ίδιο ασφαλιστήριο, αναλαμβάνοντας συγκεκριμένα ποσοστά του κινδύνου.
Για παράδειγμα, πέντε ασφαλιστικές θα μπορούσαν να συμμετέχουν με ποσοστό 20% η καθεμία, καλύπτοντας από κοινού το σύνολο της ασφαλιζόμενης αξίας.
Μια δεύτερη δυνατότητα είναι η Reinsurance (αντασφάλιση). Η ασφαλιστική εταιρεία που αναλαμβάνει τον κίνδυνο μπορεί να μεταφέρει μέρος της έκθεσής της σε έναν ή περισσότερους αντασφαλιστές, περιορίζοντας το ποσό που τελικά διατηρεί για δικό της λογαριασμό.
Έτσι, ένας κίνδυνος που αρχικά φαίνεται υπερβολικά μεγάλος για μία εταιρεία μπορεί να καταστεί διαχειρίσιμος μέσα από τη συνεργασία περισσότερων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών οργανισμών.
Capacity και Risk Appetite: Δύο διαφορετικές έννοιες
Η Capacity συχνά συγχέεται με το Risk Appetite, όμως οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται.
Η Capacity αφορά το πόσο κίνδυνο μπορεί να αναλάβει ένας ασφαλιστής. Το Risk Appetite αφορά το πόσο κίνδυνο επιθυμεί να αναλάβει, σύμφωνα με τη στρατηγική και την πολιτική αποδοχής κινδύνων που ακολουθεί.
Μια ασφαλιστική εταιρεία μπορεί, για παράδειγμα, να διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να ασφαλίσει μια μεγάλη βιομηχανική μονάδα, αλλά να επιλέξει να μην το κάνει επειδή έχει ήδη σημαντική έκθεση στον συγκεκριμένο κλάδο ή επειδή θεωρεί ότι ο συγκεκριμένος κίνδυνος δεν ταιριάζει στη στρατηγική της.
Αντίστοιχα, μπορεί να επιθυμεί να ενισχύσει την παρουσία της στις ασφαλίσεις μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά να διαθέτει περιορισμένη Capacity για συγκεκριμένες κατηγορίες κινδύνων.
Επομένως:
Capacity = Πόσο μπορεί να αναλάβει.
Risk Appetite = Πόσο θέλει να αναλάβει.
Η διάκριση είναι ουσιαστική, καθώς εξηγεί γιατί ένας κίνδυνος μπορεί να είναι ασφαλίσιμος, αλλά να μη βρίσκει εύκολα ασφαλιστική εταιρεία πρόθυμη να τον αναλάβει.
Ο ρόλος του broker στην εξεύρεση Capacity
Στους μεγάλους και σύνθετους κινδύνους, η αναζήτηση ασφαλιστικής κάλυψης απαιτεί περισσότερα από την απλή σύγκριση προσφορών.
Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής καλείται να γνωρίζει ποιες ασφαλιστικές εταιρείες διαθέτουν Capacity για τον συγκεκριμένο κίνδυνο, ποια είναι τα όρια συμμετοχής τους, ποιες αντασφαλιστικές δυνατότητες υπάρχουν και πώς μπορεί να διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη ασφαλιστική πρόταση.
Στην πράξη, η τοποθέτηση ενός μεγάλου κινδύνου μπορεί να απαιτεί συντονισμό μεταξύ ασφαλιστικών εταιρειών, αντασφαλιστών και εξειδικευμένων αγορών του εξωτερικού.
Η πρόκληση δεν είναι μόνο να εξασφαλιστεί το απαιτούμενο ύψος κάλυψης, αλλά να διαμορφωθεί μια δομή που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης και να προσφέρει επαρκή προστασία σε περίπτωση ζημιάς.
Γιατί η διαθέσιμη Capacity μπορεί να αλλάξει;
Η Capacity δεν αποτελεί ένα σταθερό μέγεθος. Μεταβάλλεται ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στην ασφαλιστική και αντασφαλιστική αγορά.
Οι μεγάλες φυσικές καταστροφές, οι εκτεταμένες ασφαλιστικές ζημιές, η αύξηση των απαιτήσεων αποζημίωσης, η συγκέντρωση κινδύνων σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές και οι μεταβολές στην αντασφαλιστική αγορά μπορούν να περιορίσουν τη διαθέσιμη δυνατότητα ανάληψης κινδύνων.
Αυτό έχει άμεσες συνέπειες για τις επιχειρήσεις που αναζητούν ασφαλιστική κάλυψη.
Όταν η διαθέσιμη Capacity περιορίζεται, μπορεί να μειώνονται τα προσφερόμενα όρια κάλυψης, να αυξάνονται τα ασφάλιστρα και οι απαλλαγές ή να γίνονται αυστηρότεροι οι όροι ασφάλισης.
Αντίθετα, όταν υπάρχει μεγαλύτερη διαθεσιμότητα κεφαλαίων και αντασφαλιστικής υποστήριξης, οι ασφαλιστές μπορούν να ανταγωνιστούν πιο αποτελεσματικά για την ανάληψη μεγάλων κινδύνων.
Η Capacity, επομένως, αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που καθορίζουν όχι μόνο αν ένας κίνδυνος μπορεί να ασφαλιστεί, αλλά και με ποιους όρους θα εξασφαλιστεί η κάλυψή του.
Στην ασφαλιστική αγορά, το ζητούμενο δεν είναι πάντα να βρεθεί μία εταιρεία που θα αναλάβει ολόκληρο τον κίνδυνο. Είναι να υπάρχει η δυνατότητα να κατανεμηθεί σωστά, με τρόπο που να εξασφαλίζει επαρκή κάλυψη και βιώσιμη ανάληψη για όλους τους συμμετέχοντες.
Γιατί τελικά, στους μεγάλους κινδύνους, η δύναμη της ασφαλιστικής αγοράς δεν μετριέται μόνο από τα κεφάλαια κάθε εταιρείας, αλλά και από τη δυνατότητά της να συνεργάζεται, να μοιράζει και να μεταφέρει τον κίνδυνο.
Η επόμενη λέξη του Λεξικού είναι το Catastrophe Risk.













