Η εξέλιξη των λοιμωδών νοσημάτων αποτελεί μία από τις παραμέτρους που συνθέτουν την ευρύτερη εικόνα των αναγκών υγείας στη χώρα. Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το 2025 καταγράφουν αύξηση των δηλωθέντων κρουσμάτων σε συγκεκριμένες κατηγορίες λοιμώξεων, αλλά και σημαντική υποχώρηση άλλων, αποτυπώνοντας μια διαφοροποιημένη επιδημιολογική εικόνα.
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία, τα κρούσματα των λοιμωδών νοσημάτων που περιλαμβάνονται στη σχετική καταγραφή ανήλθαν σε 6.851, έναντι 6.484 το 2024, σημειώνοντας αύξηση 5,7%. Η γρίπη κινήθηκε ανοδικά κατά 23%, με 2.832 εργαστηριακά επιβεβαιωμένα περιστατικά, ενώ οι λοιμώξεις από καμπυλοβακτηρίδιο αυξήθηκαν κατά 25,9%, φτάνοντας τις 1.161.
Στον αντίποδα, τα καταγεγραμμένα περιστατικά COVID-19 μειώθηκαν κατά 78,1%, από 517.080 το 2024 σε 113.311 το 2025. Παράλληλα, ο κοκκύτης υποχώρησε από 440 σε μόλις 12 περιστατικά, ενώ οι λοιμώξεις από τον ιό του Δυτικού Νείλου μειώθηκαν κατά 56,4%, στα 96 κρούσματα.
Η γεωγραφία των λοιμώξεων
Η Αττική συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο απόλυτο αριθμό περιστατικών στις περισσότερες από τις κατηγορίες λοιμωδών νοσημάτων που εξετάζει η ΕΛΣΤΑΤ. Στη συγκεκριμένη καταγραφή αναφέρονται 2.821 κρούσματα, ενώ στα περιστατικά COVID-19 η Περιφέρεια αντιστοιχεί στο 55,2% του εθνικού συνόλου, με 62.518 κρούσματα.
Η εικόνα διαφοροποιείται στην περίπτωση του ιού του Δυτικού Νείλου. Από τα 96 περιστατικά που καταγράφηκαν πανελλαδικά, τα 46 εντοπίστηκαν στη Θεσσαλία, η οποία συγκέντρωσε σχεδόν τα μισά κρούσματα της συγκεκριμένης λοίμωξης.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν τη σημασία της γεωγραφικής και εποχικής παρακολούθησης των νοσημάτων. Ωστόσο, οι απόλυτοι αριθμοί δεν αρκούν για να προσδιοριστεί ποια περιοχή εμφανίζει υψηλότερο κίνδυνο νόσησης, καθώς απαιτείται να συνεκτιμηθούν ο πληθυσμός, η έκθεση σε παράγοντες κινδύνου και η πληρότητα της καταγραφής.
Από τα κρούσματα στο κόστος περίθαλψης
Για τις ασφαλιστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο υγείας, τα επιδημιολογικά δεδομένα αποτελούν ένα μέρος του ευρύτερου περιβάλλοντος μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι ανάγκες περίθαλψης. Δεν συνιστούν, ωστόσο, από μόνα τους μέτρο της ασφαλιστικής επιβάρυνσης.
Η αύξηση των κρουσμάτων μιας λοίμωξης δεν συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη αύξηση των νοσηλειών ή των αποζημιώσεων. Για να αποτιμηθεί η επίδραση στην ιδιωτική ασφάλιση υγείας, χρειάζονται συμπληρωματικά στοιχεία για τις εισαγωγές σε νοσοκομεία, τη διάρκεια νοσηλείας, τις ιατρικές δαπάνες, τις αποζημιώσεις των ασφαλιστικών εταιρειών και τη χρήση των ασφαλιστηρίων.
Αντίστοιχα, η μείωση των δηλωθέντων περιστατικών COVID-19 δεν αρκεί για να τεκμηριώσει υποχώρηση του κόστους υγείας. Η συνολική δαπάνη επηρεάζεται από περισσότερους παράγοντες, μεταξύ των οποίων το κόστος των ιατρικών υπηρεσιών, η συχνότητα χρήσης των καλύψεων και η βαρύτητα των περιστατικών.
Για την ασφαλιστική αγορά, επομένως, η αξία των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ βρίσκεται κυρίως στη δυνατότητα να συμπληρώσουν την εικόνα των υγειονομικών αναγκών. Η σύνδεσή τους με την πορεία των αποζημιώσεων απαιτεί παράλληλη εξέταση των οικονομικών δεδομένων του κλάδου.
Τα στοιχεία προέρχονται από τον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ) και αφορούν δηλωθέντα περιστατικά που επιβεβαιώθηκαν εργαστηριακά κατά το έτος αναφοράς. Η ΕΛΣΤΑΤ διευκρινίζει ότι πρόκειται για προσωρινά στοιχεία.














