Ένα εργοστάσιο αξίας 300 εκατ. ευρώ, μια μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα ή ένα χαρτοφυλάκιο με χιλιάδες ακίνητα μπορεί να είναι ασφαλισμένο από μία εταιρεία. Ολόκληρος όμως ο κίνδυνος δεν χρειάζεται να μείνει στον δικό της ισολογισμό. Πίσω από το ασφαλιστήριο μπορεί να υπάρχει ένα δεύτερο, διεθνές επίπεδο κατανομής του κινδύνου: η αντασφάλιση. Αυτό είναι το Reinsurance.
Με απλά λόγια, αντασφάλιση είναι η διαδικασία μέσω της οποίας μια ασφαλιστική επιχείρηση εκχωρεί σε έναν αντασφαλιστή μέρος των κινδύνων που έχει αναλάβει. Η ασφαλιστική παραμένει απέναντι στον πελάτη της και εξακολουθεί να έχει την ευθύνη που απορρέει από το ασφαλιστήριο. Παράλληλα, όμως, μεταφέρει μέρος της οικονομικής έκθεσης σε έναν ή περισσότερους αντασφαλιστές. Η EIOPA περιγράφει την αντασφάλιση ακριβώς ως ανάληψη κινδύνων που έχουν εκχωρηθεί από ασφαλιστική ή άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση. Η σημασία της δεν είναι θεωρητική. Η αντασφάλιση αποτελεί εργαλείο διαχείρισης κινδύνων και κεφαλαίου, μπορεί να στηρίξει τη διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου και να δώσει στις ασφαλιστικές πρόσβαση σε πρόσθετη underwriting capacity.
Ποιος είναι ποιος;
Η ασφαλιστική που εκχωρεί μέρος του κινδύνου είναι η cedant ή εκχωρούσα εταιρεία. Ο reinsurer είναι ο αντασφαλιστής που αναλαμβάνει το συμφωνημένο μέρος του κινδύνου. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ασφαλισμένος αποκτά άμεση σχέση με τον αντασφαλιστή. Η ασφαλιστική παραμένει ο συμβαλλόμενος με τον πελάτη της και το reinsurance λειτουργεί στο επόμενο επίπεδο της ασφαλιστικής αλυσίδας. Και το σχήμα μπορεί να γίνει ακόμη πιο σύνθετο. Ένας μεγάλος κίνδυνος μπορεί να κατανεμηθεί σε περισσότερους αντασφαλιστές, ενώ ένας αντασφαλιστής μπορεί στη συνέχεια να εκχωρήσει μέρος του κινδύνου που ανέλαβε σε άλλον αντασφαλιστή. Αυτό είναι το retrocession: ουσιαστικά, η αντασφάλιση της αντασφάλισης.
Treaty ή Facultative;
Δύο βασικές λέξεις που πρέπει να γνωρίζει όποιος ασχολείται με το reinsurance είναι Treaty και Facultative. Στο Treaty reinsurance, ασφαλιστική και αντασφαλιστής συμφωνούν εκ των προτέρων τους κανόνες με τους οποίους θα καλύπτονται συγκεκριμένες κατηγορίες ή χαρτοφυλάκια κινδύνων. Όταν ένας κίνδυνος εμπίπτει στους συμφωνημένους όρους, η αντασφαλιστική κάλυψη λειτουργεί σύμφωνα με το treaty. Στο Facultative reinsurance, αντίθετα, εξετάζεται ένας συγκεκριμένος κίνδυνος ξεχωριστά. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε μεγάλους, σύνθετους ή ασυνήθιστους κινδύνους που δεν εντάσσονται εύκολα στην αυτόματη κάλυψη ενός treaty.
Proportional ή Excess of Loss;
Η δεύτερη μεγάλη διάκριση αφορά τον τρόπο με τον οποίο μοιράζεται ο κίνδυνος. Στην proportional reinsurance, ασφαλιστής και αντασφαλιστής συμμετέχουν σύμφωνα με συμφωνημένη αναλογία. Στο quota share, για παράδειγμα, ο αντασφαλιστής συμμετέχει με συγκεκριμένο ποσοστό στα ασφάλιστρα και στις ζημιές των κινδύνων που καλύπτονται από τη συμφωνία. Στη non-proportional reinsurance, η λογική είναι διαφορετική. Στο Excess of Loss (XoL), η ασφαλιστική κρατά ένα συμφωνημένο επίπεδο ζημιάς και ο αντασφαλιστής ενεργοποιείται πάνω από αυτό, μέχρι το όριο που προβλέπει η σύμβαση. Εδώ η αντασφάλιση λειτουργεί περισσότερο σαν «τείχος προστασίας» απέναντι σε μεγάλες ή συσσωρευμένες ζημιές.
Ένα παράδειγμα από την πράξη
Ας υποθέσουμε ότι μια ασφαλιστική έχει ένα μεγάλο χαρτοφυλάκιο περιουσίας στην Ελλάδα και έχει ασφαλίσει χιλιάδες κατοικίες και επιχειρήσεις.
Ένα ακραίο φυσικό φαινόμενο προκαλεί ζημιές σε μεγάλο αριθμό ασφαλισμένων ταυτόχρονα. Η ασφαλιστική δεν έχει να αντιμετωπίσει μία αποζημίωση, αλλά χιλιάδες απαιτήσεις που προέρχονται από το ίδιο γεγονός. Εάν, για παράδειγμα, το πρόγραμμα αντασφάλισης προβλέπει κάλυψη catastrophe excess of loss, η ασφαλιστική διατηρεί το συμφωνημένο μέρος της συνολικής ζημιάς και, όταν αυτή ξεπεράσει το συγκεκριμένο όριο, ενεργοποιείται η αντασφαλιστική προστασία σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. Έτσι, ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής επίπτωσης ενός ακραίου γεγονότος μπορεί να μεταφερθεί εκτός του ισολογισμού της ασφαλιστικής, στον βαθμό που προβλέπει η αντασφαλιστική σύμβαση. Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο το reinsurance συναντά το Solvency II: το ευρωπαϊκό πλαίσιο αναγνωρίζει την αντασφάλιση ως τεχνική μετριασμού του κινδύνου, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Γιατί τελικά έχει τόσο μεγάλη σημασία;
Χωρίς αντασφάλιση, η δυνατότητα μιας ασφαλιστικής να αναλαμβάνει πολύ μεγάλους ή ιδιαίτερα συγκεντρωμένους κινδύνους θα ήταν πιο περιορισμένη.
Με την αντασφάλιση, μέρος του κινδύνου μπορεί να κατανεμηθεί σε περισσότερους ισολογισμούς και σε μια διεθνή αγορά κεφαλαίου και τεχνογνωσίας. Γι’ αυτό και η αντασφάλιση δεν είναι απλώς ένα «συμβόλαιο μεταξύ ασφαλιστικών». Είναι ένας από τους μηχανισμούς που επιτρέπουν στην ασφαλιστική αγορά να μοιράζει, να απορροφά και να διαχειρίζεται κινδύνους πολύ μεγαλύτερους από αυτούς που θα μπορούσε να κρατήσει μόνη της κάθε ασφαλιστική. Και ίσως αυτή είναι η πιο απλή εξήγηση του όρου: Η ασφαλιστική ασφαλίζει τον πελάτη της. Ο αντασφαλιστής βοηθά την ασφαλιστική να αντέξει τον κίνδυνο που ανέλαβε.
Εκεί, πίσω από το ασφαλιστήριο, αρχίζει ο κόσμος του Reinsurance.













