Τις χρόνιες παθογένειες της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς, αλλά και τις νέες προκλήσεις που διαμορφώνει το περιβάλλον της κλιματικής κρίσης και της κοινωνικοοικονομικής αβεβαιότητας, ανέδειξε ο Γιώργος Παϊκόπουλος, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Συντονιστών Ασφαλιστικών Πρακτόρων, μιλώντας στην εκπομπή «Ώρα Ελλάδος» του OPEN.
Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του αποτέλεσε το χαμηλό επίπεδο ασφαλιστικής κουλτούρας στη χώρα, το οποίο –όπως υπογράμμισε– παραμένει το βασικότερο διαρθρωτικό πρόβλημα του κλάδου. «Η ασφαλιστική συνείδηση στην Ελλάδα είναι περίπου στο μισό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η ασφάλιση δεν έχει ενταχθεί στις βασικές προτεραιότητες του πολίτη, ενώ θα έπρεπε να αποτελεί θεμελιώδες εργαλείο προστασίας ζωής και περιουσίας», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, τονίζοντας ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα εντείνουν σημαντικά την έκθεση σε κινδύνους τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις.
Αναφερόμενος σε πρόσφατες φυσικές καταστροφές, όπως η κακοκαιρία «Ντάνιελ» στη Θεσσαλία αλλά και τα εκτεταμένα φαινόμενα στο εξωτερικό, επεσήμανε ότι οι ζημιές πολλαπλασιάζονται και δημιουργούν αυξανόμενες οικονομικές επιβαρύνσεις για τις ασφαλιστικές εταιρείες και το κράτος.
«Η ανάγκη για ασφάλιση είναι πλέον πιο επιτακτική από ποτέ. Τα φαινόμενα αυτά δεν είναι μεμονωμένα – αποτελούν τη νέα κανονικότητα», τόνισε.
Παράλληλα, συνέδεσε την ιδιωτική ασφάλιση με τη δημογραφική γήρανση και την αβεβαιότητα του κοινωνικού κράτους, επισημαίνοντας ότι λειτουργεί πλέον ως συμπληρωματικός πυλώνας προστασίας για οικογένειες και επιχειρήσεις.
Συλλογική ευθύνη για την ασφαλιστική παιδεία
Ο κ. Παϊκόπουλος αναγνώρισε ότι η ενίσχυση της ασφαλιστικής παιδείας αποτελεί κοινή ευθύνη όλων των εμπλεκομένων φορέων.
«Φταίνε όλοι: οι διαμεσολαβούντες, οι εταιρείες, αλλά και η Πολιτεία. Χρειάζονται περισσότερα σεμινάρια, ενημέρωση και ουσιαστική εκπαίδευση, ώστε ο πολίτης να κατανοήσει τι σημαίνει ασφάλιση και πώς τον προστατεύει στην πράξη», ανέφερε.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσίασαν οι προτάσεις του για θεσμικές παρεμβάσεις που θα ενθαρρύνουν την ασφάλιση κατοικιών και οχημάτων.
Όπως εξήγησε, η θέσπιση φορολογικών κινήτρων –όπως η έκπτωση φόρου ή η δυνατότητα αναγνώρισης των ασφαλίστρων ως δαπάνης– θα μπορούσε να λειτουργήσει καταλυτικά για τη διεύρυνση της ασφαλιστικής βάσης.
«Η αποφορολόγηση των ασφαλιστικών δαπανών θα ενίσχυε ουσιαστικά την ασφαλιστική συνείδηση. Θα ήταν ένα μέτρο με άμεσο κοινωνικό αποτύπωμα», υπογράμμισε.
Την ίδια στιγμή, απέρριψε την αντίληψη ότι η ασφάλιση αποτελεί πολυτέλεια, επισημαίνοντας ότι το κόστος παραμένει προσιτό. Όπως ανέφερε, ένα βασικό συμβόλαιο κατοικίας μπορεί να κοστίζει μόλις 80-100 ευρώ ετησίως.
«Για τον οικονομικά ευάλωτο πολίτη, η ασφάλιση είναι ακόμη πιο αναγκαία, γιατί σε μια ζημιά δεν μπορεί να σταθεί μόνος του. Το κράτος δεν αποζημιώνει ποτέ στο 100%, και συνήθως με μεγάλες καθυστερήσεις», σημείωσε.
Κλείνοντας, ο Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Συντονιστών Ασφαλιστικών Πρακτόρων υπογράμμισε ότι η ιδιωτική ασφάλιση πρέπει να αντιμετωπίζεται ως βασικός μηχανισμός πρόληψης και οικονομικής θωράκισης και όχι ως δευτερεύουσα επιλογή.
Το μήνυμα που έστειλε προς την αγορά και την Πολιτεία ήταν σαφές: χωρίς κίνητρα, εκπαίδευση και στρατηγική ενίσχυσης της ασφαλιστικής κουλτούρας, η χώρα θα συνεχίσει να παραμένει ουραγός στην Ευρώπη.
Δείτε τη συνέντευξη:













