Η δημόσια συζήτηση γύρω από τους φυσικούς κινδύνους στην Ελλάδα επανέρχεται κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο: έντονα, φορτισμένα, αλλά –δυστυχώς– εκ των υστέρων. Οι πρόσφατες επισημάνσεις του Πάνου Κούβαλη, Διευθυντή Λειτουργιών της Interamerican, στο πλαίσιο του Delphi Economic Forum, δεν προσθέτουν απλώς ακόμη ένα σχόλιο στη συζήτηση· φωτίζουν ένα βαθύτερο, διαχρονικό πρόβλημα: το έλλειμμα πρόληψης και την απουσία ασφαλιστικής συνείδησης στην ελληνική κοινωνία.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά και ανησυχητικά. Ένας στους δύο Έλληνες θεωρεί ότι δεν διατρέχει κίνδυνο από σεισμό. Μόλις ένας στους τρεις αναγνωρίζει πιθανότητα απειλής από πλημμύρα ή άλλο ακραίο φαινόμενο. Και τελικά, μόνο το 30% των πολιτών αναζητά ενεργά ασφαλιστική κάλυψη. Αυτή η αντίφαση –υψηλή έκθεση σε κινδύνους, χαμηλή αντίληψη και ακόμη χαμηλότερη προετοιμασία– συνθέτει μια επικίνδυνη εξίσωση.
Δεν πρόκειται απλώς για έλλειψη ενημέρωσης. Πρόκειται για μια βαθιά ριζωμένη «κουλτούρα αντίδρασης». Περιμένουμε το γεγονός για να κινητοποιηθούμε. Θρηνούμε, καταγράφουμε ζημιές, αναζητούμε ευθύνες – και στη συνέχεια επιστρέφουμε στην κανονικότητα, μέχρι την επόμενη κρίση. Το φαινόμενο Daniel στη Θεσσαλία λειτούργησε ως ένα ακόμη ηχηρό καμπανάκι. Και όμως, ακόμη και μετά από τέτοιες καταστροφές, η αλλαγή συμπεριφοράς παραμένει αποσπασματική και γεωγραφικά περιορισμένη.
Η επισήμανση ότι το ενδιαφέρον για ασφάλιση είναι χαμηλότερο σε μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Αθήνα, σε σύγκριση με περιοχές που έχουν πληγεί, αποκαλύπτει κάτι ακόμη πιο κρίσιμο: η εμπειρία της καταστροφής εξακολουθεί να είναι ο βασικός –αν όχι ο μοναδικός– παράγοντας αφύπνισης. Αυτό όμως δεν συνιστά στρατηγική. Είναι απλώς αντίδραση.
Από την άλλη πλευρά, η ασφαλιστική αγορά –και ειδικότερα εταιρείες όπως η Interamerican– δείχνουν ότι υπάρχει δρόμος. Οι τρεις πυλώνες που περιγράφηκαν –εκπαίδευση, άμεση αποκατάσταση, καινοτομία– δεν αποτελούν θεωρητική προσέγγιση, αλλά πρακτική κατεύθυνση. Η εκπαίδευση μαθητών μέσω συνεργασιών με οργανισμούς όπως η Action Aid, η αξιοποίηση τεχνολογικών εργαλείων σε συνεργασία με επιστημονικούς φορείς, αλλά και η έμπρακτη ανταπόκριση με εκατομμύρια ευρώ σε αποζημιώσεις, δείχνουν τι σημαίνει οργανωμένη προσέγγιση στον κίνδυνο.
Ωστόσο, ας είμαστε ειλικρινείς: οι μεμονωμένες πρωτοβουλίες, όσο αξιόλογες και αν είναι, δεν αρκούν. Το ζήτημα της ανθεκτικότητας απέναντι στους φυσικούς κινδύνους είναι εθνικό. Απαιτεί συνέργειες. Κεντρική διοίκηση, τοπική αυτοδιοίκηση, επιστημονική κοινότητα και ιδιωτικός τομέας οφείλουν να λειτουργήσουν συντονισμένα. Και κυρίως, να επενδύσουν στην πρόληψη – όχι μόνο σε υποδομές, αλλά και σε νοοτροπία.
Η ασφάλιση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι εργαλείο κοινωνικής και οικονομικής σταθερότητας. Όταν μόλις το 50% των οχημάτων διαθέτει κάλυψη για φυσικές καταστροφές –παρά τη σχετική νομοθεσία–, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς ασφαλιστικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και θεσμικό.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με όρους «μετά την καταστροφή». Η κλιματική κρίση, η αυξανόμενη συχνότητα ακραίων φαινομένων και η γεωμορφολογία της χώρας δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Αντιθέτως, επιβάλλουν μια νέα κουλτούρα: πρόληψης, ευθύνης και προετοιμασίας.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η πραγματική ανθεκτικότητα δεν μετριέται μόνο από το πόσο γρήγορα αποκαθιστάς τις ζημιές – αλλά από το πόσο καλά έχεις προετοιμαστεί για να τις αποφύγεις.













