Σημαντική παρέμβαση στη συζήτηση για τη διαμόρφωση του νέου πλαισίου κρατικής αρωγής για φυσικές καταστροφές είχε ο Γενικός Γραμματέας του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών Δημήτρης Γαβαλάκης, με την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ).
Ο κ. Γαβαλάκης κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις με επίκεντρο την ενίσχυση της ιδιωτικής ασφάλισης απέναντι στους φυσικούς κινδύνους, επιχειρώντας να συνδέσει την κρατική αρωγή με ισχυρότερα κίνητρα για την ασφαλιστική κάλυψη πολιτών και επιχειρήσεων.
Οι προτάσεις του δεν ενσωματώθηκαν στον νέο νόμο, ωστόσο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία ενόψει της συζήτησης που έχει ανοίξει για το πώς θα διαμορφωθεί στο μέλλον ένα πιο αποτελεσματικό μοντέλο αντιμετώπισης των οικονομικών συνεπειών από φυσικές καταστροφές.
Στο πλαίσιο της συμμετοχής του στην ΟΚΕ, ο Δημήτρης Γαβαλάκης έθεσε τρεις βασικούς άξονες:
- Πρώτον, την πλήρη απαλλαγή από τον ΕΝΦΙΑ των ασφαλισμένων κατοικιών, ως πρόσθετο κίνητρο για τους ιδιοκτήτες να προστατεύσουν την περιουσία τους μέσω ιδιωτικής ασφάλισης.
- Δεύτερον, την απαλλαγή από τον φόρο ασφαλίστρου για τις επιχειρήσεις που ασφαλίζονται έναντι φυσικών καταστροφών. Η πρόταση, όπως επισημαίνεται, θα μπορούσε να λειτουργήσει σε συνδυασμό με τη δυνατότητα καταχώρισης του ασφαλίστρου ως επιχειρηματικής δαπάνης, δημιουργώντας διπλό οικονομικό όφελος για τις επιχειρήσεις που επιλέγουν να ασφαλιστούν.
- Τρίτον, την υποχρέωση ασφάλισης έναντι φυσικών καταστροφών και για τους ιδιοκτήτες κτιρίων που εκμισθώνονται σε επιχειρήσεις. Πρόκειται για πρόταση που είχε τεθεί και από το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών στο πλαίσιο του Παρατηρητηρίου Ιδιωτικής Ασφάλισης έναντι Φυσικών Καταστροφών.
Τι αλλάζει με τον νέο νόμο
Ο νέος νόμος επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ενιαίο και περισσότερο συστηματοποιημένο πλαίσιο για την κρατική αρωγή μετά από φυσικές καταστροφές, ώστε οι πολίτες να γνωρίζουν με μεγαλύτερη σαφήνεια τα δικαιώματα και τις διαδικασίες που ακολουθούνται.
Μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις στους πληγέντες είναι αφορολόγητες, ανεκχώρητες και ακατάσχετες, ενώ για τις κτιριακές εγκαταστάσεις ασφαλισμένων επιχειρήσεων η στεγαστική αρωγή αφορά το ποσό της ζημιάς που δεν καλύπτεται από την ασφαλιστική εταιρεία.
Η διαδικασία καθορισμού του δικαιούχου και χορήγησης στεγαστικής αρωγής πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω του πληροφοριακού συστήματος e-Άδειες.
Για την ανακατασκευή πληγέντος κτιρίου, η στεγαστική αρωγή καταβάλλεται σε τρεις δόσεις: 50% μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας και την κατεδάφιση του πληγέντος κτιρίου, 30% μετά την ολοκλήρωση του φέροντος οργανισμού και της εξωτερικής τοιχοποιίας και 20% μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας και τον τελικό έλεγχο.
Το ποσό της στεγαστικής αρωγής ανά δικαιούχο δεν μπορεί να υπερβαίνει την αντίστοιχη αρωγή για επιφάνεια 150 τ.μ., ενώ για νόμιμα λειτουργούσες βιομηχανικές, βιοτεχνικές και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, καθώς και ορισμένες κατηγορίες αποθηκών, το όριο φτάνει τα 500 τ.μ.
Παράλληλα, δεν προβλέπεται στεγαστική αρωγή για κτίρια που δεν υφίστανται νόμιμα, δεν έχουν υπαχθεί στις προβλεπόμενες ρυθμίσεις τακτοποίησης αυθαιρέτων έως την ημερομηνία της καταστροφής και δεν μπορούν να τακτοποιηθούν ή να λάβουν άδεια δόμησης.
Το νέο πλαίσιο επιχειρεί έτσι να συγκεντρώσει σε ένα ενιαίο σύστημα τις διαδικασίες και τις προϋποθέσεις κρατικής αρωγής. Ωστόσο, η παρέμβαση του Δημήτρη Γαβαλάκη μεταφέρει τη συζήτηση ένα βήμα παραπέρα: από την αποζημίωση μετά την καταστροφή στην πρόληψη και στην ουσιαστική ενίσχυση της ασφαλιστικής κάλυψης πριν από αυτήν.













