Ελάχιστη η πιθανότητα εξόδου των χωρών από το ευρώ
Ελενα Ερμείδου
Ενόψει των εκλογών στη Γαλλία, την Ισπανία, την Ελλάδα και την Ιταλία το 2027, ο πολιτικός κίνδυνος για τις Ευρωπαϊκές αγορές κρατικών ομολόγων είναι πολύ υψηλός σύμφωνα με την Allianz–Trade.
Ο Δείκτης Πολιτικού Κινδύνου της Allianz–Trade υποδεικνύει ότι στην Ευρώπη τα επίπεδα κινδύνου έχουν φτάσει σε σημεία ρεκόρ. Ο δείκτης PFI βασίζεται σε δεδομένα δημοσκοπήσεων που καλύπτουν τέσσερις άξονες: τον κατακερματισμό, τη δυσαρέσκεια, την πόλωση και τη δυνατότητα διακυβέρνησης.
Οι Κάτω Χώρες και το Βέλγιο καταγράφουν υψηλά επίπεδα κατακερματισμού (διασπορά ψήφων σε αυξανόμενο αριθμό μικρότερων κομμάτων), ενώ η Γαλλία προηγείται στη λίστα όσον αφορά την πόλωση (αυξανόμενο ποσοστό ψήφων υπέρ κομμάτων της άκρας αριστεράς, της άκρας δεξιάς, καθώς και ευρωσκεπτικιστικών και λαϊκιστικών κομμάτων). Η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο ενέχουν τους υψηλότερους κλυδωνισμούς από το 2020, καθώς αμφότερες χώρες αντιμετωπίζουν προβλήματα με θέματα που έχουν να κάνουν με την διακυβέρνηση. Τα ασφάλιστρα κινδύνου κρατικών ομολόγων (που ορίζονται ως περιθώρια ASW – asset swap spreads) δεν υπήρξαν ποτέ πιο τρεμάμενα στους πολιτικούς κινδύνους, ενώ ο ρόλος των θεσμών είναι καθοριστικότερος.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρά την άνοδο των ψήφων υπέρ ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων, οι αγορές έχουν αποτιμήσει ως μηδαμινό τον κίνδυνο επαναφοράς εθνικού νομίσματος ή διάλυσης του ευρώ.
Σε θεσμικό επίπεδο, εκλογικά συστήματα σε Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία ενέχουν μεγαλύτερο πολιτικό κίνδυνο ακραίων εξελίξεων απ’ ό,τι υποδηλώνουν τα θεμελιώδη μεγέθη τους. Αυτό συνηγορεί υπέρ της λήψης ευρύτερων μέτρων αντιστάθμισης κινδύνου) ενόψει των εκλογικών και δημοσιονομικών τους χρονοδιαγραμμάτων. Αντίθετα, τα ασφάλιστρα κινδύνου για τις Κάτω Χώρες τείνουν να παραμένουν σταθερά παρά τον πολιτικό θόρυβο.
Τα χρέη των χωρών εξαιρουμένη της Ελλάδας , σταθερές η Γερμανία, Αυστρία, Κάτω χώρες
Μέχρι σήμερα, και από τη λήξη του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης το 2022, η πολιτική αστάθεια έχει οδηγήσει σε πρόσθετες δαπάνες τόκων ύψους περίπου 98 δισ. ευρώ (ποσό που εν μέρει έχει ήδη καταβληθεί και εν μέρει εκκρεμεί). Κατά μέσο όρο, αυτό αντιστοιχεί σε επιπλέον 3% του ετήσιου κόστους εξυπηρέτησης του χρέους τους. Το βάρος αυτό εντοπίζεται κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο (41 δισ. ευρώ, ποσό που αντιπροσωπεύει περίπου το 2,8% του πρόσθετου ετήσιου κόστους εξυπηρέτησης χρέους καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής των τίτλων) και στην Ιταλία (41 δισ. ευρώ, 4,9%), ενώ ακολουθούν η Ισπανία (14 δισ. ευρώ, 4,5%) και η Γαλλία (11 δισ. ευρώ, 2,3%). Στην περίπτωση της Γαλλίας, το μεγαλύτερο μέρος αυτού του πρόσθετου κόστους οφείλεται στη διάλυση του κοινοβουλίου το 2024. Στις χώρες που θεωρούνται «ασφαλή καταφύγια» όπως η Γερμανία, οι Κάτω Χώρες και η Αυστρία, τα ασφάλιστρα κινδύνου δεν καταγράφουν αστάθεια. Ωστόσο, δεδομένων των πολιτικών κινδύνων, η κατάσταση μπορεί να αλλάξει γρήγορα, καθώς ένα ασφάλιστρο κινδύνου ενδέχεται να προσθέσει 1-2% στις ετήσιες δαπάνες τόκων.
Η Πορτογαλία και η Ελλάδα εξαιρέθηκαν από την ανάλυση, καθώς οι συνθήκες χρηματοδότησής τους έχουν αλλοιωθεί λόγω των προγραμμάτων οικονομικής διάσωσης.
Εκλογές
Οι προεδρικές εκλογές στη Γαλλία (18 Απριλίου και 2 Μαΐου 2027), σε συνδυασμό με τις γενικές εκλογές στην Ιταλία που αναμένονται έως το 2027, αποτελούν τα επόμενα κρίσιμα ορόσημα στη σχέση μεταξύ πολιτικής αστάθειας και αγοράς ομολόγων.
Ο δείκτης PFI της Allianz καταδεικνύει ότι τα ασφάλιστρα κινδύνου των γαλλικών κρατικών ομολόγων είναι διαρθρωτικά ευαίσθητα στην πολιτική αστάθεια (μια μεταβολή κατά μία τυπική απόκλιση προσθέτει 38 μονάδες βάσης στον δείκτη). Αυτός ο μηχανισμός ενδέχεται να ωθήσει τη διαφορά απόδοσης (spread) μεταξύ των γαλλικών ομολόγων (OAT) και των γερμανικών (Bund) προς τις 90 μονάδες βάσης έως το τέλος του έτους, με την εξομάλυνση της κατάστασης να εξαρτάται από την επίτευξη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας τον Ιούνιο του 2027.
Στην περίπτωση της Ιταλίας, η αστάθεια αποτελεί τον παράγοντα με τη μεγαλύτερη επίδραση στο δείκτη Στο βασικό σενάριο, το spread μεταξύ των ιταλικών (BTP) και των γερμανικών (Bund) ομολόγων διατηρείται κοντά στις 80 μονάδες βάσης.













