Του Δημήτρη Τεντολούρη, Προϊσταμένου της Μονάδας Αναλήψεων Casualty & Engineering της Εθνικής Ασφαλιστικής
Ο κατασκευαστικός κλάδος αποτελεί διαχρονικά έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, η συνεισφορά του στο ΑΕΠ της χώρας αναμένεται να προσεγγίσει το 7,5% το 2025, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του ως καταλύτη για την ανάπτυξη και τις επενδύσεις σε όλους τους παραγωγικούς τομείς – από τον τουρισμό και τη βιομηχανία έως την ιδιοκατοίκηση και τις υποδομές.
Σε αυτό το δυναμικό περιβάλλον, η ασφάλιση αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα στήριξης, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από απρόβλεπτα γεγονότα, όπως ακραία φυσικά φαινόμενα, ζημιές ή ατυχήματα.
Παράλληλα με την ιδιωτική πρωτοβουλία, τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται και η σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με στόχο την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό των υποδομών της χώρας. Οι προοπτικές του κλάδου παραμένουν θετικές, καθώς από το 2019 οι επενδύσεις σε υποδομές έχουν σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ για την περίοδο 2025-2026 αναμένεται να κινητοποιηθούν πόροι άνω των 8,7 δισ. ευρώ.
Επιπλέον, εκτιμάται ότι βρίσκονται σε εξέλιξη ή δρομολογούνται περίπου 20 μεγάλα έργα, συνολικού προϋπολογισμού 10 δισ. ευρώ, που περιλαμβάνουν οδικούς άξονες (π.χ. Ε65), μεγάλες αναπτύξεις ακινήτων (π.χ. Ελληνικό) και έργα ενέργειας και δικτύων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρώτη και βασική «γραμμή άμυνας» για τον κατασκευαστικό τομέα είναι τα εξειδικευμένα ασφαλιστήρια συμβόλαια κατά παντός κινδύνου, τα οποία καλύπτουν υλικές ζημιές που ενδέχεται να προκύψουν κατά τη διάρκεια της κατασκευής. Μέσω της μεταβίβασης του κινδύνου, κάθε επενδυτής μπορεί να συνεχίσει απρόσκοπτα την υλοποίηση του έργου, χωρίς να χρειάζεται να ανησυχεί για την εξεύρεση επιπρόσθετων κεφαλαίων σε περίπτωση σοβαρών ζημιών ή ατυχημάτων. Στην εξίσωση πρέπει να συμπεριληφθεί και η μεγάλη χρονική διάρκεια των σύνθετων έργων, καθώς και οι περίοδοι υποχρεωτικής συντήρησης που τα ακολουθούν.
Ταυτόχρονα, τα κατασκευαστικά έργα είναι εκτεθειμένα σε ενδεχόμενες απαιτήσεις τρίτων για ζημιές που μπορεί να προκληθούν κατά την εκτέλεσή τους. Οι απαιτήσεις αυτές ενδέχεται να οδηγήσουν σε μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες και σημαντική οικονομική επιβάρυνση.
Η ασφάλιση αστικής ευθύνης λειτουργεί ως καθοριστικός μηχανισμός προστασίας, επιτρέποντας στους κατασκευαστές να συνεχίζουν τις εργασίες τους χωρίς να διαταράσσεται η χρηματοοικονομική τους σταθερότητα.
Η ασφαλιστική υποστήριξη, ωστόσο, δεν σταματά με την ολοκλήρωση της κατασκευής. Καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας ενός έργου, η ασφάλιση συνεχίζει να διασφαλίζει την επένδυση, τόσο για υλικές ζημιές όσο και για αστική ευθύνη. Ιδιαίτερα οι μονάδες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και οι μεγάλες υποδομές έχουν αποδειχθεί, βάσει ιστορικών δεδομένων, ιδιαίτερα ευάλωτες στα φυσικά φαινόμενα και σε ενδεχόμενες απώλειες κερδών, που μπορούν να επηρεάσουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους.
Η ασφαλιστική αγορά ανταποκρίνεται σε αυτές τις ανάγκες με πληθώρα εξειδικευμένων λύσεων κατά παντός κινδύνου, που καλύπτουν τόσο υλικές ζημιές όσο και απώλεια κερδών ή σταθερών εξόδων του Κυρίου του Έργου. Οι λύσεις αυτές βασίζονται στη λογική της ρητής εξαίρεσης κινδύνων, με δυνατότητα τροποποιήσεων και επεκτάσεων, ώστε το τελικό ασφαλιστικό πρόγραμμα να προσαρμόζεται στις ιδιαιτερότητες κάθε έργου.
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτών των λύσεων διαδραματίζει και η αντασφαλιστική αγορά. Οι αντασφαλιστές προσφέρουν διεθνή τεχνογνωσία και εμπειρία από μεγάλης κλίμακας έργα και αποζημιώσεις, ενώ οι τοπικοί ασφαλιστές συμβάλλουν με τη βαθιά γνώση της εγχώριας αγοράς και του κανονιστικού και θεσμικού πλαισίου. Η συνεργασία αυτή επιτρέπει την παροχή ολοκληρωμένων και αξιόπιστων ασφαλιστικών σχημάτων, είτε απευθείας είτε μέσω συμπράξεων.
Παράλληλα, η φύση των κατασκευαστικών έργων, που απασχολούν πλήθος επαγγελματιών και εμπλεκόμενων φορέων, δημιουργεί την ανάγκη για ευρύ φάσμα ασφαλίσεων: από εργοδοτική και γενική αστική ευθύνη έως πιο σύνθετες καλύψεις επαγγελματικής ευθύνης, όπως η ευθύνη μελετητών και κατασκευαστών. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, τα ασφαλιστικά προϊόντα συνοδεύονται από εξειδικευμένες επεκτάσεις και ειδικές συμφωνίες, που διευρύνουν το εύρος της προστασίας.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στο Broker’s Time, τ. 82













