Ένας άρχοντας επένδυσε στους καλύτερους καταπέλτες της εποχής, θέλοντας να θωρακίσει την πόλη του απέναντι σε κάθε πιθανή επίθεση. Εξασφάλισε τα μέσα άμυνας, αλλά παρέλειψε το ουσιώδες: δεν εκπαίδευσε τους φρουρούς, δεν φρόντισε για τη συντήρηση του εξοπλισμού και δεν δοκίμασε ποτέ αν οι μηχανισμοί λειτουργούσαν. Όταν ο εχθρός έφτασε στα τείχη, τα όπλα ήταν εκεί. Η άμυνα, όμως, δεν ήταν έτοιμη.
Η παραβολή του Νίκου Γεωργόπουλου, Digital Risk Insurance Architect, αποτυπώνει με εύστοχο τρόπο ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι επιχειρήσεις στον τομέα του ψηφιακού κινδύνου. Στον κόσμο της κυβερνοασφάλειας, το φαινόμενο περιγράφεται ως Cybersecurity Shelfware: προηγμένα συστήματα και τεχνολογικές λύσεις που αγοράζονται, αλλά δεν αξιοποιούνται αποτελεσματικά στην καθημερινή λειτουργία ενός οργανισμού.
Εργαλεία όπως τα EDR και SIEM μπορούν να συμβάλουν στον εντοπισμό απειλών, στην παρακολούθηση ύποπτων δραστηριοτήτων και στην έγκαιρη αντίδραση σε περιστατικά. Η πραγματική τους αξία, ωστόσο, εξαρτάται από τη σωστή παραμετροποίηση, τη συνεχή εποπτεία, την εξειδικευμένη γνώση των ανθρώπων που τα χειρίζονται και την ενσωμάτωσή τους στις διαδικασίες διαχείρισης περιστατικών.
Το ουσιαστικό δίδαγμα είναι απλό: η ασφάλεια δεν κρίνεται από τον αριθμό των συστημάτων που διαθέτει μια επιχείρηση, αλλά από την ικανότητά της να τα θέτει σε λειτουργία όταν τα χρειάζεται. Γιατί, όπως και στους ξεχασμένους καταπέλτες, η αξία της άμυνας δεν βρίσκεται σε όσα έχουν αγοραστεί, αλλά σε όσα μπορούν πραγματικά να προστατεύσουν.













