Με αφορμή πρόσφατη ανάρτηση του Πέτρου Παπανικολάου, Chief Officer of Strategic Initiatives στον όμιλο Allianz, ανοίγει ξανά μια συζήτηση που πολλοί αποφεύγουν, για ένα θέμα που σχεδόν όλοι ωστόσο έχουν βιώσει: τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην επαγγελματική ανθεκτικότητα και στην ανοχή στην τοξικότητα.
Η παρέμβασή του δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Η αγένεια, επισημαίνει, δεν είναι απλώς κακή συμπεριφορά· είναι σύμπτωμα βαθύτερης παθογένειας. Είναι ένδειξη ηγεσίας που δεν λειτουργεί, κουλτούρας που έχει εκτροχιαστεί και περιβάλλοντος που έχει χάσει τον σεβασμό ως βασική του αρχή. Και ίσως το πιο ενοχλητικό σημείο για πολλούς: όταν αυτή η συμπεριφορά γίνεται ανεκτή, δεν παραμένει εξαίρεση – γίνεται κανόνας.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος. Για χρόνια, η επαγγελματική «αντοχή» παρερμηνεύτηκε ως σιωπή. Ως ικανότητα να αντέχεις τα πάντα χωρίς να αντιδράς. Όμως, όπως εύστοχα υπογραμμίζεται στην ανάρτηση, το να μένεις σιωπηλός δεν σε κάνει πιο δυνατό – σε καθιστά μέρος του προβλήματος. Σε ένα περιβάλλον όπου η τοξικότητα δεν αμφισβητείται, εδραιώνεται.
Η αγορά εργασίας, ωστόσο, δεν έχει ακόμη συμφιλιωθεί πλήρως με αυτή τη λογική. Εξακολουθεί να επιβραβεύει –έστω και σιωπηρά– την απόδοση ακόμη και όταν αυτή συνοδεύεται από τοξικές συμπεριφορές. Το αφήγημα ότι «τα αποτελέσματα είναι αυτά που μετράνε» επιβιώνει. Αλλά είναι ένα αφήγημα κοντόφθαλμο. Γιατί οι οργανισμοί που βασίζονται στον φόβο ή την αλαζονεία μπορεί να πετυχαίνουν βραχυπρόθεσμα, αλλά μακροπρόθεσμα διαβρώνονται εκ των έσω.
Η ανάρτηση του Πέτρου Παπανικολάου λειτουργεί ως υπενθύμιση – ίσως και ως πρόκληση. Όχι μόνο προς τους ηγέτες, αλλά προς όλους:
Τι ανεχόμαστε και γιατί;
Γιατί τελικά, κάθε φορά που επιλέγουμε τη σιωπή απέναντι στο προφανές, δεν προστατεύουμε τη θέση μας – υπονομεύουμε το ίδιο το περιβάλλον στο οποίο εργαζόμαστε.












