Η εικόνα μετά το πέρασμα της κακοκαιρίας είναι γνώριμη και δυστυχώς επαναλαμβανόμενη. Δρόμοι μετατράπηκαν σε χειμάρρους, αυτοκίνητα παρασύρθηκαν από τα νερά, επιχειρήσεις βρέθηκαν μέσα σε λίγα λεπτά εκτός λειτουργίας, ενώ οι υποδομές δοκιμάστηκαν –για ακόμη μία φορά– στα όριά τους. Αυτή τη φορά, μάλιστα, το αποτύπωμα είναι ακόμη βαρύτερο, καθώς η χώρα θρηνεί ανθρώπινες ζωές.
Από την πλευρά της ιδιωτικής ασφαλιστικής αγοράς, το σοκ δεν αφορά μόνο το μέγεθος των ζημιών αλλά τη μονιμότητά τους. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα δεν αποτελούν πια σπάνια γεγονότα. Έχουν μετατραπεί σε μια νέα κανονικότητα, την οποία η κοινωνία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ως εξαίρεση.
Τα αυτοκίνητα αποτελούν κάθε φορά τη «σιωπηλή» αλλά μαζική καταστροφή. Εκατοντάδες οχήματα πλημμυρίζουν, υφίστανται σοβαρές μηχανικές και ηλεκτρονικές βλάβες ή καταλήγουν ολικές απώλειες. Παρ’ όλα αυτά, ένα μεγάλο μέρος τους δεν διαθέτει ασφαλιστική κάλυψη για φυσικά φαινόμενα. Για όσους είχαν προβλέψει τον κίνδυνο και είχαν επιλέξει μικτή ασφάλιση ή σχετική κάλυψη, η ασφαλιστική αγορά θα ανταποκριθεί, όπως συμβαίνει κάθε φορά, με αποζημιώσεις εκατομμυρίων ευρώ. Για τους υπόλοιπους, η ζημιά μετατρέπεται σε προσωπικό οικονομικό αδιέξοδο.
Ακόμη πιο σύνθετη είναι η εικόνα στις επιχειρήσεις. Μικρά καταστήματα, αποθήκες και επαγγελματικοί χώροι βλέπουν τον εξοπλισμό τους να καταστρέφεται, τη λειτουργία τους να διακόπτεται και την επόμενη ημέρα να είναι αβέβαιη. Όσες επιχειρήσεις δεν είχαν ασφαλιστική κάλυψη ή είχαν υποτιμήσει τον κίνδυνο των φυσικών φαινομένων βρίσκονται αντιμέτωπες με απώλειες που δύσκολα αναπληρώνονται. Και πάλι, το βάρος μεταφέρεται είτε στον ίδιο τον επιχειρηματία είτε, τελικά, στο κράτος.
Η ιδιωτική ασφάλιση δεν μπορεί –και δεν πρέπει– να υποκαταστήσει το κράτος. Όπως όμως και το κράτος δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως ο μόνιμος «τελευταίος ασφαλιστής» για κάθε καταστροφή. Χωρίς σύγχρονες υποδομές, σοβαρά αντιπλημμυρικά έργα και έναν ρεαλιστικό χωροταξικό σχεδιασμό, καμία ασφαλιστική αγορά στον κόσμο δεν μπορεί να απορροφήσει επαναλαμβανόμενες ζημιές τέτοιας έντασης.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι τι γίνεται σήμερα με τις αποζημιώσεις. Είναι τι θα γίνει αύριο. Θα συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε την κλιματική κρίση ως μια αλληλουχία «ατυχών συγκυριών» ή θα αναγνωρίσουμε ότι απαιτείται αλλαγή νοοτροπίας; Θα παραμείνει η ασφάλιση φυσικών κινδύνων μια προαιρετική επιλογή ή θα αντιμετωπιστεί ως βασικό εργαλείο οικονομικής ανθεκτικότητας;
Η κακοκαιρία θα ξεχαστεί, όπως συμβαίνει πάντα. Οι εικόνες θα χαθούν από την επικαιρότητα. Οι ζημιές όμως θα παραμείνουν και ο λογαριασμός θα επιστρέψει. Γιατί, δυστυχώς, το ζήτημα δεν είναι αν θα ξανασυμβεί. Είναι πότε.













