Δικηγόρος αποζημιώνει τον πελάτη της με 300.000 ευρώ

Δικηγόρος έχασε υπόθεση από δική της υπαιτιότητα και τώρα καλείται να πληρώσει η ίδια στον πελάτη την αποζημίωση που διεκδικούσε από τη δουλειά του λόγω σοβαρού εργατικού ατυχήματος.

Το Δικαστήριο μάλιστα στο οποίο ο πελάτης είχε καταθέσει αγωγή κακοδικίας σε βάρος της την υποχρεώνει να του καταβάλει άμεσα ένα μέρος των χρηματικού ποσού που του επιδικάστηκε.

Η υπόθεση την οποία έχασε ο πολίτης, εξαιτίας όπως αναφέρει η δικαστική απόφαση της βαριάς αμέλειας της δικηγόρου, αφορούσε σε εργατικό ατύχημα που προκάλεσε ακρωτηριασμό του αριστερού του ποδιού και άλλες βαριές σωματικές βλάβες με αποτέλεσμα να καταστεί ολικά ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία στο μέλλον.

Το ατύχημα συνέβη όταν ο άτυχος άντρας, ο οποίος εργαζόταν ως τεχνίτης γραμμής της ΟΣΕ ΑΕ στη σιδηροδρομική γραμμή Οινόης-Χαλκίδας, σε ηλικία 44 ετών καταπλακώθηκε από αμαξοστοιχία που εκτροχιάστηκε.

Από τότε μέχρι και σήμερα που κέρδισε την αγωγή κακοδικίας πέρασαν δέκα ολόκληρα χρόνια χωρίς να έχει πάρει ως αποζημίωση ούτε ένα ευρώ.

Στην αγωγή κακοδικίας κατά της δικηγόρου του, ο ενάγων ζητούσε την ικανοποίηση των εργατικών αξιώσεων του κατά της ΟΣΕ Α.Ε. για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τις οποίες  αξιώσεις είχε απωλέσει οριστικά εξαιτίας των πράξεων και των παραλείψεων της εναγόμενης δικηγόρου, οφειλόμενων σε βαριά αμέλεια της. Στο δικαστήριο η δικηγόρος δικάστηκε ερήμην, καθώς ο πληρεξούσιος συνήγορός της αποχώρησε από τη διαδικασία

Στο δικαστήριο η δικηγόρος δικάστηκε ερήμην, καθώς ο πληρεξούσιος συνήγορος της αποχώρησε από τη διαδικασία όταν απορρίφτηκε το αίτημα του για αναβολή της υπόθεσης.

Όπως αναφερόταν στην αγωγή, τον Μάρτιο του 2006 ο προσφεύγων ανέθεσε στην εναγόμενη δικηγόρο να ενεργήσει τις δέουσες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προκειμένου να λάβει αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το σοβαρό εργατικό ατύχημα. Εξαιτίας όμως μιας σειράς πράξεων και παραλείψεων της, που εκτίθενται αναλυτικά, ο ενάγων, εφτά χρόνια αργότερα, ενημερώθηκε ότι είχε απορριφθεί αμετάκλητα αγωγή του κατά της ΟΣΕ ΑΕ, με αποτέλεσμα να έχει χάσει οριστικά την ικανοποίηση των χρηματικών αξιώσεων του.

Η αγωγή κακοδικίας έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς το ποσόν που διεκδικούσε ο ενάγων για το εργατικό ατύχημα, με αποτέλεσμα να υποχρεώνεται η δικηγόρος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 312.956,36 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Μάλιστα το Δικαστήριο διατάσσει να κηρυχθεί η απόφαση του εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή, και συγκεκριμένα να καταβάλει άμεσα στον πρώην πελάτη της τα 20.000 ευρώ με το σκεπτικό ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της μπορεί να του προκαλέσει σημαντική βλάβη.

Η δικηγόρος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή κατά της απόφασης λόγω ερημοδικίας.

Πηγή: http://www.thetoc.gr

Η δικαστική απόφαση 

ΠΠρΑθ 51/2015

Αγωγή κακοδικίας – Αγωγή κατά δικηγόρου – Βαριά αμέλεια – Εργατικές διαφορές  – Πράξεις και παραλείψεις – Αποζημίωση -.

Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου με την οποία ζητείται η ικανοποίηση των εργατικών αξιώσεων κατά της ΟΣΕ Α.Ε. για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, τις οποίες ο ενάγων είχε απωλέσει οριστικά εξαιτίας των πράξεων και των παραλείψεων της εναγόμενης δικηγόρου, οφειλόμενων σε βαριά αμέλεια της. Αποδοχή της αγωγής εν μέρει.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 51/2015

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Χαλικιά, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Πανωραία Γιαννόπουλου, Πρωτοδίκη, Ελένη Μπέλλου, Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Μαργαρίτα Τράκα.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριο του, στις 2 Οκτωβρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …, κατοίκου Αθηνών, οδός .., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξούσιων δικηγόρων Δημητρίου Τριπερίνα και Γεωργίου Βαχαβιόλου και κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: …, κατοίκου Αθηνών, οδός …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Νικόλαο Κατσίνα μόνο για το αίτημα της αναβολής, ο οποίος μετά την απόρριψη του αιτήματος αποχώρησε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 115 παρ. 1-3, 237 παρ. 1 και 2, 242 παρ. 1 και 270 παρ. 1, 2, 5 και 6 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, όταν η συζήτηση στο ακροατήριο είναι υποχρεωτικά προφορική και είναι υποχρεωτική και η παράσταση με πληρεξούσιο δικηγόρο, μόνη  η κατάθεση των προτάσεων από το διάδικο, χωρίς νόμιμη παράσταση στο ακροατήριο, συνεπάγεται ερημοδικία αυτού του διαδίκου, με αποτέλεσμα να μη λαμβάνονται υπόψη οι περιεχόμενοι στις προτάσεις ισχυρισμοί του και τα έγγραφα που αυτός επικαλείται (Χ. Απαλαγάκη σε Π.-Γ. Φαλτσή/Χ. Απαλαγάκη / Π. Αρβανιτάκη, Η νέα διαδικασία του ΚΠολΔ στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, 2004, § 2, σελ. 51 επ., Μακρίδου σε Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος I, υπό άρθρα 1-590, έκδοση 2003, υπό άρθρο 242, παράγραφος 1, σελ. 515, ΕφΚρ 609/1994 Δ 1996.295). Περαιτέρω, δεν θεωρείται ότι εμφανίζεται ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ’ αριθ. 11994γ/12.07.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών … με τις συνημμένες σ’ αυτή βεβαιώσεις, που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη (άρθρα 122 § 1, 123, 124 § 2, 126 § 1 εδ. α, 128 § 1 και 4 ΚΠολΔ).

Κατά τη συζήτηση της αγωγής στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, η εναγόμενη, η οποία είχε καταθέσει νόμιμα και εμπρόθεσμα προτάσεις, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Κατσίνα, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται μόνο για το αίτημα της αναβολής και, μετά την απόρριψη του αιτήματος από το Δικαστήριο, αποχώρησε. Επομένως, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, η εναγόμενη, που παραστάθηκε μόνο για το αίτημα της αναβολής, θεωρείται ότι δεν εμφανίστηκε και, επομένως, πρέπει να δικαστεί ερήμην και να μη ληφθούν υπόψη οι περιεχόμενοι στις προτάσεις ισχυρισμοί του και τα έγγραφα που αυτή επικαλείται (άρθρο 271 § 1, 2 εδ. β και 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 73 § 1-5 του ΕισΝΚΠολΔ, αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, διαιτητή, δικαστικού γραμματέα και δικαστικού επιμελητή υπάγεται στο κατά τόπον αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, Πολυμελές Πρωτοδικείο που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία. Η αγωγή αυτή, εκτός των στοιχείων που προβλέπονται στα άρθρα 118 και 216 § 1 ΚΠολΔ, πρέπει α) να περιέχει όλους τους λόγους, στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και β) να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα. Επιπλέον, στην αγωγή πρέπει να επισυνάπτονται με ποινή απαραδέκτου α) τα αποδεικτικά έγγραφα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα και β) ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή. Αγωγή κακοδικίας επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις. Τέλος, δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή την παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων. Η αγωγή αποζημιώσεως κατά των ως άνω προσώπων, αν αυτά ζημίωσαν τους διαδίκους ή τρίτους από δόλο ή βαριά αμέλεια, καλείται αγωγή κακοδικίας (Ράμμος, Εγχειρίδιον I, § 45 δ. 90-91, Κουσούλης σε Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Έκδοση 2000, τόμος II, υπό άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, παράγραφος 2, σελ. 2102). Η διάταξη αυτή, ορίζοντας δικονομικές προϋποθέσεις για την έγκυρη και παραδεκτή έγερση της αγωγής κακοδικίας κατά των παραπάνω προσώπων, την υποβάλλει σε ρύθμιση διαφορετική από εκείνη, στην οποία υποβάλλεται η αγωγή αποζημίωσης κατά του ενδοσυμβατικώς εν γένει, βάσει των άρθρων ΑΚ 330, 335 επ, 343 επ. 382 επ. ή εξωσυμβατικώς, βάσει του άρθρου ΑΚ 914, ευθυνόμενου. Αυτή δε η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, διότι δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, εν όψει της ιδιότητας των ως άνω προσώπων, προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, η οποία δεν συνιστά προνομιακή μεταχείριση αυτών (ΟλΑΠ 18/1999). Καθίσταται όμως υπέρμετρος περιορισμός η πιο πάνω εξάμηνη προθεσμία, για την άσκηση της αγωγής κακοδικίας, στο σημείο, που τοποθετεί την έναρξη της στο χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς και όχι στο χρόνο γνώσεως του ζημιωθέντος, με αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος, πολύ πριν λάβει γνώση ο ζημιωθείς της ζημιογόνου συμπεριφοράς. Ο περιορισμός αυτός, καθόσον συναρτάται με το χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς, δεν είναι αναγκαίος ούτε πρόσφορος για την απονομή της δικαιοσύνης σύμφωνα  με τις συνταγματικές επιταγές,  τις κρατούσες αντιλήψεις και την ιδιαίτερη φύση του προστατευόμενου ουσιαστικού

Με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι στις 09.03.2005, σε ηλικία 44 ετών, ενώ εργαζόταν ως τεχνίτης γραμμής της «ΟΣΕ ΑΕ» στη σιδηροδρομική γραμμή Οινόης-Χαλκίδας, βαγόνι αμαξοστοιχίας εκτροχιάστηκε και τον καταπλάκωσε, με αποτέλεσμα να υποστεί ακρωτηριασμό του αριστερού του ποδιού και άλλες βαριές σωματικές βλάβες και να καταστεί ολικά ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία στο μέλλον. Ότι στις 16.03.2006, δυνάμει σύμβασης εντολής ανέθεσε στην εναγόμενη δικηγόρο να ενεργήσει τις δέουσες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προκειμένου να λάβει αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Ότι εξαιτίας μιας σειράς πράξεων και παραλείψεων της εναγομένης, που εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή και οφείλονται σε βαριά αμέλεια της, ο ενάγων, στις 24.04.2013, έλαβε γνώση ότι είχε απορριφθεί αμετάκλητα αγωγή του κατά της ΟΣΕ ΑΕ, με αποτέλεσμα να έχει απωλέσει οριστικά την ικανοποίηση των παρακάτω αξιώσεων του κατά της «ΟΣΕ ΑΕ» και συγκεκριμένα α) μισθούς ύψους 112.956,36 ευρώ, β) ποσό 200.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον προαναφερόμενο τραυματισμό του και γ) ποσό 164.579,97 ευρώ που αντιστοιχεί στους τόκους υπερημερίας επί του προαναφερόμενου ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που θα του επιδικάζονταν από την επόμενη της ημέρας κατά την οποία συνέβη το ατύχημα, δηλαδή από 10.03.2005. Με αυτό το ιστορικό, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 477.436,33 ευρώ (και όχι 477.545,33 όπως προφανώς εκ παραδρομής αναγράφεται στο αιτητικό της αγωγής), το οποίο αντιστοιχεί στα προαναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής μέχρι την εξόφληση και να καταδικαστεί στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο, η κρινόμενη αγωγή αρμόδια καθ’ ύλη και κατά τόπο φέρεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 22 και 73 § 1 ΕισΝΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, περιέχει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η αγωγή και αναγράφονται και επισυνάπτονται όλα τα αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων επικαλείται και επιπλέον, επισυνάπτεται το υπ’ αριθ. 12548/19.06.2013 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών … δυνάμει του οποίου ο ενάγων χορήγησε στο δικηγόρο Δημήτριο Τριπερίνα που υπογράφει την κρινόμενη αγωγή, την ειδική πληρεξουσιότητα για να την ασκήσει. Επιπλέον, η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε παραδεκτά εντός της προθεσμίας των έξι (6) μηνών από τον επικαλούμενο από τον ενάγοντα χρόνο κατά τον οποίο έλαβε γνώση των ενεργειών και παραλείψεων της εναγομένης και της οριστικής απώλειας των αξιώσεων του κατά της «ΟΣΕ ΑΕ» (24.04.2013) (βλ. την υπ αριθ. 11994γ/12.07.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …). Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή είναι εν μέρει νόμιμη ως προς τα υπό στοιχεία α’ και β’ κονδύλια της συνολικού ποσού 312.956,36 ευρώ, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 73 ΕισΝΚΠολΔ, 297, 298, 299, 346, 914, 932 ΑΚ, 907, 908, 176 και 191 § 2 ΚΠολΔ, ενώ αντίθετα, τυγχάνει νόμω αβάσιμη ως προς το υπό στοιχείο γ’ κονδύλιο ποσού 164.579,97 ευρώ, δεδομένου ότι η ημέρα της τέλεσης της αδικοπραξίας δεν συνιστά δήλη ημέρα ώστε να καθίσταται από αυτή υπερήμερος ο οφειλέτης, αλλά πρέπει να προηγηθεί δικαστική ή εξώδικη όχληση του (ΑΠ 47/2006 Δ/νη 2006.1364, ΑΠ 153/2003 Δ/νη 2004.487, ΑΠ 329/1992 Δ/νη 1994.1326) και επομένως ακόμη κι αν γινόταν δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή κατά της «ΟΣΕ ΑΕ», δεν θα επιδικάζονταν στον ενάγοντα τόκοι από την επομένη κατά την οποία συνέβη το ατύχημα, δηλαδή από 10.03.2005, αλλά μόνον από τότε που ο ενάγων όχλησε δικαστικώς ή εξωδίκως την ΟΣΕ ΑΕ να του καταβάλει την αξίωση του αυτή, ημερομηνία η οποία δεν αναφέρεται στην κρινόμενη αγωγή. Επομένως, η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι προσκομίζεται το ανάλογο για το αντικείμενο της τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ’ αριθ. 13864258/15.10.2014 διπλότυπο είσπραξης της ΙΓ’ ΔΟΥ Αθηνών).

Κατά της αγωγής δεν υπάρχει ένσταση, η οποία να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και για τα γεγονότα που αναφέρονται στο δικόγραφο της ομολογία. Συνεπώς, εφόσον η εναγόμενη ερημοδικεί, πλήρως οι πραγματικοί ισχυρισμοί που περιέχονται στο δικόγραφο, δεδομένου ότι αυτοί θεωρούνται ομολογημένοι εκ μέρους της ερημοδικαζόμενης εναγομένης (άρθρο 271 § 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 352 § 1 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 271 ΚΠολΔ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 ν. 3994/2011). Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί να εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 312.956,36 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επιπλέον, η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή, διότι κρίνεται ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της μπορεί να προκαλέσει σημαντική βλάβη στον ενάγοντα (άρθρα 907 και 908 ΚΠολΔ), ενώ για την περίπτωση που η εναγόμενη ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας, πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο (άρθρα 501, 502 §1 και 505§2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αυτά ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, η εναγόμενη, λόγω της εν μέρει ήττας της, πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, ανάλογο με την έκταση της νίκης και της ήττας κάθε μέρους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 178 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ).

Διαβάστε περισσότερα εδώ

Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου – Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ο Σόλων

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

Συμπληρώστε το αποτέλεσμα *