Υπάρχει μια συνήθεια στην ελληνική επιχειρηματικότητα που δύσκολα αλλάζει: η ασφάλιση συχνά αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη έξοδο. Κάτι που «καλό είναι να υπάρχει», αλλά όχι απαραίτητα ως βασικό εργαλείο προστασίας της ίδιας της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Μέχρι να συμβεί η ζημιά.
Μια πυρκαγιά, μια πλημμύρα, μια σοβαρή διαρροή, ένα βραχυκύκλωμα ή μια κλοπή μπορούν μέσα σε λίγες ώρες να ανατρέψουν επενδύσεις ετών. Και τότε γίνεται αντιληπτό ότι το πραγματικό κόστος δεν βρίσκεται μόνο στους τοίχους, στα μηχανήματα, στα εμπορεύματα ή στον εξοπλισμό που καταστράφηκε.
Βρίσκεται κυρίως στον χρόνο που χρειάζεται μια επιχείρηση για να ξαναλειτουργήσει.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο της σύγχρονης συζήτησης γύρω από την ασφάλιση επαγγελματικών χώρων. Η ασφαλιστική κάλυψη δεν πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικά ως προστασία της περιουσίας. Πρέπει να ιδωθεί ως μηχανισμός επιχειρηματικής συνέχειας.
Γιατί όταν ένα κατάστημα δεν μπορεί να ανοίξει, ένα ιατρείο δεν μπορεί να δεχθεί ασθενείς, ένα εργαστήριο σταματά την παραγωγή ή ένα ξενοδοχείο δεν μπορεί να φιλοξενήσει πελάτες, η ζημιά συνεχίζεται ακόμη και όταν η φωτιά έχει σβήσει ή τα νερά έχουν απομακρυνθεί.
Τα έξοδα τρέχουν. Οι υποχρεώσεις παραμένουν. Οι πελάτες περιμένουν. Οι εργαζόμενοι πρέπει να πληρωθούν. Και η αγορά δεν περιμένει την επιχείρηση να αποκαταστήσει τις ζημιές της.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η αξία ενός σωστά σχεδιασμένου ασφαλιστηρίου.
Δεν αρκεί να γνωρίζει ο επαγγελματίας ότι «είναι ασφαλισμένος». Πρέπει να γνωρίζει τι ακριβώς είναι ασφαλισμένο, για ποιο ποσό, με ποιες απαλλαγές και υπό ποιες προϋποθέσεις.
Η αποκομιδή συντριμμάτων, η προσωρινή μεταστέγαση, η μεταφορά και αποθήκευση εξοπλισμού, οι αμοιβές μηχανικών και άλλες δαπάνες αποκατάστασης μπορεί να αποδειχθούν εξίσου κρίσιμες με την ίδια την υλική ζημιά.
Και υπάρχει ακόμη μία παράμετρος που δεν πρέπει να περνά απαρατήρητη: η αστική ευθύνη.
Μια επιχείρηση δεν είναι απομονωμένη από το περιβάλλον της. Στον χώρο της κινούνται πελάτες, εργαζόμενοι, προμηθευτές και συνεργάτες. Ένα ατύχημα ή μια ζημιά σε τρίτο μπορεί να δημιουργήσει απαιτήσεις που δεν έχουν καμία σχέση με το κόστος αποκατάστασης του ίδιου του ακινήτου.
Η ασφαλιστική αγορά έχει πλέον τη δυνατότητα να προσφέρει πιο στοχευμένες λύσεις. Ενδεικτικά, η Groupama Ασφαλιστική, μέσω των προγραμμάτων Expert Office, Expert Business και Expert Hotel, επιχειρεί να προσεγγίσει διαφορετικές κατηγορίες επαγγελματικών κινδύνων, από τα γραφεία και τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών μέχρι το εμπόριο, τη βιοτεχνία και τον τουρισμό.
Ο σωστός ασφαλιστικός σχεδιασμός ξεκινά από μια διαφορετική ερώτηση: «Αν αύριο συμβεί η ζημιά, πόσο πραγματικά αντέχει η επιχείρησή μου;».
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι που δείχνει αν ένα ασφαλιστήριο είναι απλώς ένα συμβόλαιο στο συρτάρι ή ένα πραγματικό εργαλείο επιχειρηματικής ανθεκτικότητας.
Γιατί τελικά η μεγαλύτερη αξία της ασφάλισης δεν αποδεικνύεται όταν όλα πηγαίνουν καλά.
Αποδεικνύεται την ημέρα που όλα πάνε στραβά.
Πηγή εικόνας: Groupama Ασφαλιστική | Blog













